Μετά την μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. και την απίστευτη νίκη των Ελλήνων κατά των Περσών, ένας δρομέας αγγελιοφόρος «βγάζει φτερά στα πόδια» για να μεταφέρει στην Αθήνα το μήνυμα του μεθυστικού θριάμβου. Φτάνοντας λέει μόνο μια λέξη: «NENIKHKAMEN» και τσακισμένος από την κούραση αλλά και ξέπνοος απ’ την συγκίνηση ξεψυχάει…
Περίπου 2.500 χρόνια αργότερα, στην Ολυμπιάδα του 1896 καθιερώνεται ο Μαραθώνιος Δρόμος. Είναι η απόσταση από τον Μαραθώνα έως το Καλλιμάρμαρο Στάδιο της Αθήνας. Μια διαδρομή που καθορίστηκε τελικά στα 42.195 μέτρα, εις ανάμνηση της μεγάλης νίκης των Ελλήνων αλλά και προς τιμήν του αρχαίου αγγελιοφόρου.
Εδώ και είκοσι τρία χρόνια διεξάγεται την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου με την συμμετοχή κορυφαίων αθλητών απ’ όλο τον κόσμο αλλά και πλήθους απλών αθλουμένων ο Μαραθώνιος Δρόμος στην κλασική διαδρομή, εις μνήμην του ειρηνιστή γιατρού και βαλκανιονίκη Γρηγόρη Λαμπράκη.
Η συμμετοχή στον Μαραθώνιο Δρόμο αποτελεί για πολλούς δρομείς όνειρο ζωής.
Είναι το αγώνισμα που κατ’ εξοχήν περιέχει την ουσία και το πνεύμα του αθλητισμού, το μεγαλείο της προσπάθειας, την ευγενή άμιλλα, τον σεβασμό και την αλληλεγγύη προς τον συναθλητή, την χαρά της νίκης και την Τιμή της συμμετοχής.
Δίνει την ευκαιρία στους αγωνιζόμενους να τρέξουν στα βήματα του αρχαίου Αθηναίου οπλίτη και να ζήσουν λίγη απ’ την μαγεία του θρυλικού αγγελιοφόρου.
Ο Μαραθώνιος δρόμος, από την πρώτη Ολυμπιάδα του 1896 και τον θρίαμβο του Σπύρου Λούη δεν έπαψε να συγκινεί. Η απόσταση των 42.195 μέτρων είναι συνώνυμο της ανθρώπινης αντοχής και κάθε δραστηριότητας που απαιτεί δύναμη, κατάθεση ψυχής, θέληση και διάρκεια.
Προϋποθέσεις
Για να συμμετέχει κάποιος στον Αγώνα με αξιώσεις τερματισμού θα πρέπει να προπονείται συστηματικά 2-3 μήνες πριν, διανύοντας κατά μέσο όρο 40-60 χλμ. εβδομαδιαίως, δεδομένου ότι τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου αθλείται και τρέχει τουλάχιστον 20-25 χλμ. την εβδομάδα. Η καταπόνηση που δέχεται το μυοσκελετικό σύστημα ενός μέσου ανθρώπου σε τέτοιες αποστάσεις είναι εξαιρετικά μεγάλη, γι’ αυτό θα πρέπει να συμβουλευτεί πιο πριν έναν ειδικό και οπωσδήποτε να πραγματοποιήσει κάποιες απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις. Όμως εκτός από την προπόνηση και την προσεγμένη υγιεινή ζωή και διατροφή, σπουδαίο ρόλο παίζει το πείσμα του αθλητή να τα καταφέρει και το πόσο διατεθειμένος είναι να ξεπεράσει τα όρια της αντοχής του καθώς και να ξιφομαχήσει με τον πόνο και την κόπωση που σε κάθε του βήμα μετά από ένα ορισμένο διάστημα θα παραμονεύουν.
Η μύηση
Η απόφασή μου να συμμετέχω κι εγώ σ’ έναν Μαραθώνιο οφείλεται αποκλειστικά στις παραινέσεις του Κωνσταντίνου Σπηλιόπουλου. Ο Ντίνος έχει λάβει μέρος σε περισσότερους από 15 Μαραθώνιους με μοναδικό σκοπό τον τερματισμό ή την επίτευξη ενός καλύτερου χρόνου. Ο Ντίνος αυτόν τον Αγώνα τον έχει σαν τάμα. Πηγαίνει κάθε χρόνο κι αυτό είναι μια αφορμή για να διατηρείται σε καλή φυσική κατάσταση. Είναι λάτρης του αθλητισμού και χαίρεται όταν καταφέρνει να μυήσει κι άλλους στο άθλημα.
Ήταν Ιούνιος όταν ξεκίνησα τις προπονήσεις. Και πάλι η συμβολή του Ντίνου ήταν καθοριστική. Μου έμαθε τα πάντα. Ό,τι η πολύχρονη πείρα του τον είχε διδάξει. Πάνω απ’ όλα ο δρόμος θέλει να τον σέβεσαι. Μέτρο και ρυθμός. Ποτέ δεν υπολείπεσαι των δυνάμεών σου αλλά και ποτέ δεν τις υπερβαίνεις, μόνο τις επιμηκύνεις. Πάντα κρατάς τον εαυτό σου, όπως το άλογο απ’ το χαλινάρι.
Αν σπαταλήσεις ενέργεια, θα σου λείψει εκεί που την χρειάζεσαι. Αν δεν προπονείσαι σωστά και τακτικά, θα το μετανιώσεις στον αγώνα.
Η βασική προπόνηση του Μαραθωνίου γίνεται καλοκαίρι επί το πλείστον. Ζέστη και διακοπές σε αποσυντονίζουν απ’ το πρόγραμμα. Πολλοί, ακόμα και κοντινοί σου άνθρωποι, θα σε ειρωνευτούν, θα σε χλευάσουν, θα προσπαθήσουν να σε απογοητεύσουν, ακόμα και να σε τρομάξουν. Αν δεν το θέλεις πολύ, αν δεν έχεις συνειδητοποιήσει τι πας να κάνεις και γιατί το κάνεις, καλύτερα να μην ξεκινήσεις την προσπάθεια, γιατί όταν θα τα παρατήσεις θα δικαιώσεις όλους αυτούς που σε αμφισβήτησαν και θ’ απογοητεύσεις τον εαυτό σου.
Προπονήσεις
Το καλοκαίρι πέρασε. Περισσότερα μπάνια κάναμε στον ιδρώτα και λιγότερα στην θάλασσα. Στην παρέα μας προστέθηκαν κι άλλα παιδιά. Ο Σπύρος ο Κολογγιός κι ο ξάδερφός μου ο Βαγγέλης ο Σολδάτος, Νιοχωρίτης που γεννήθηκε και ζει στον Πειραιά. Υπήρξαν και κάποιοι άλλοι που δεν συνέχισαν ως το τέλος. Στις αρχές Οκτωβρίου συμμετείχαμε στα ¶κτια. Έναν ημιμαραθώνιο που διοργανώνει κάθε χρόνο ο δήμος Ανακτορίου. Ήταν καλή πρόβα για τον Μαραθώνιο, αλλά κουραστήκαμε πολύ και τον τελευταίο μήνα δεν είχαμε τον ενθουσιασμό της αρχής. Η κόπωση και το άγχος άρχισαν να λειτουργούν υπογείως. Εξάλλου ο καθένας εκτός από την προπόνηση είχε και το άγχος της καθημερινότητάς του. Τις δουλειές του που πολλές φορές έμεναν πίσω, την προσωπική του ζωή που δεν έμενε χρόνος για να ζήσει. Κι όλα αυτά για μια Ιδέα. Για την Τιμή της συμμετοχής. Εμείς, εν αντιθέσει με τους επαγγελματίες αθλητές, όχι μόνο δεν θα παίρναμε χρήματα, αλλά θα ξοδεύαμε κιόλας. Μα αν δεν μας περίσσευαν τα χρήματα, μας περίσσευε το κουράγιο.
Μαραθώνας
Κι έφτασε η μεγάλη στιγμή. Τρεις μέρες νωρίτερα ανεβήκαμε στην Αθήνα και καταλύσαμε σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο κοντά στον Μαραθώνα. Όταν πηγαίναμε με το αυτοκίνητο, τρομάξαμε με τον Βαγγέλη. Ο δρόμος ήταν πολύς και ανηφορικός στο 70 τοις εκατό της διαδρομής. Δεν κλείσαμε μάτι εκείνη τη νύχτα. Το πρωί είμαστε σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Νομίζαμε πως η προετοιμασία μας δεν ήταν αρκετή, πως υπερτιμήσαμε τις δυνατότητές μας. Βάλαμε κάτω τον χάρτη και σπουδάσαμε την διαδρομή. Απογοήτευση! Κλείσαμε τον χάρτη και πήγαμε να προσκυνήσουμε στον τύμβο των Μαραθωνομάχων. Εκεί, κάτω από ένα βουναλάκι χώματος βρίσκονταν τα οστά των 192 οπλιτών Αθηναίων που έπεσαν κατά τη διάρκεια της μάχης του Μαραθώνα. Ένα ρίγος συγκίνησης διαπέρασε το αίμα μας. Επισκεφτήκαμε το μουσείο και γυρίσαμε πίσω. Περιμέναμε να νυχτώσει, μέχρι να φτάσει ο Ντίνος να μας δώσει κουράγιο. Το ίδιο βράδυ έφτασε και ο Σπύρος. Όλοι μαζί, νιώσαμε σαν μια γροθιά. Η χαμένη αυτοπεποίθηση επέστρεψε. Πήγαμε νωρίς για ύπνο, αν κατορθώναμε να κλείσουμε μάτι…
Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2005
Το πρωί του Αγώνα ο Ντίνος ανέλαβε να μας ξυπνήσει, να μας προετοιμάσει, όπως ακριβώς φροντίζει μια μάνα τα παιδιά της όταν τα στέλνει στο σχολείο. Η γυναίκα του η Κάρεν μας έφτιαξε καφέ, σαν προστάτης άγγελος μάς φρόντιζε. Έβγαλα απ’ την τσέπη μου ένα μπαμπακάκι με λάδι και μύρο απ’ την εικόνα της Παναγίας που μου έδωσε η μάνα μου και σταύρωσα τα μέτωπα των παιδιών. Θρήσκος δεν είμαι. Εκείνη τη στιγμή όπως ένιωσα και την Παναγία σαν μάνα μου και ζήτησα την ευχή της.
Στις 07:30 ήμαστε κιόλας στην αφετηρία.
Προθερμανθήκαμε λίγο στο παρακείμενο στάδιο και στις 08:30 ο χρυσός Ολυμπιονίκης του Μαραθωνίου της Αθήνας το 2004 Στέφανο Μπαλτίνι εκτελώντας τιμητικά χρέη αφέτη πάτησε την σκανδάλη. Ο Αγώνας άρχισε. Οι επίλεκτοι αθλητές, οι καλύτεροι του κόσμου, έφυγαν μπροστά σαν ελάφια. Αυτοί θα διεκδικούσαν τα χρήματα και την δόξα. Εμείς και τρεις χιλιάδες άνθρωποι περίπου απ’ όλα τα μέρη της Γης θα συναγωνιζόμαστε ο καθένας τον εαυτό του. Ήταν μαγεία! Έβλεπες άντρες και γυναίκες μεγάλης ηλικίας να συμμετέχουν. Ανθρώπους με ένα χέρι να αγωνίζονται. Με μόνα όπλα την θέληση και την αγάπη όλο αυτό το πλήθος είχε ένα σκοπό: να τερματίσει στο Καλλιμάρμαρο. Σε λίγο περάσαμε μπροστά απ’ τον τύμβο των Μαραθωνομάχων. Οι γυναίκες του Μαραθώνα, μαζί με μικρά παιδάκια, μάς έδιναν κλαδάκια ελιάς να τα έχουμε μαζί μας, σύμβολο ειρήνης και φιλίας των λαών.
Μας εμψύχωναν με χειροκροτήματα και παροτρύνσεις. Σε μερικά σημεία του δρόμου είχαν ηχεία σαν αυτά που χρησιμοποιούν στις παρελάσεις και ακούγαμε αρχαιοπρεπή μουσική. Ήμαστε κατενθουσιασμένοι με όλα αυτά, μα δεν ξεχνούσαμε να κρατάμε ρυθμό και να εξοικονομούμε δυνάμεις, γιατί η ο δρόμος μόλις άρχιζε…
Οι ώρες περνούσαν. Την συνεχόμενη ανηφόρα διαδέχονταν μικρά κατηφορικά τμήματα. Εκεί που πήγαινες να πάρεις ανάσα, η ανηφόρα ξανάρχιζε. Κάποιοι άρχισαν να περπατάνε. Κάποιοι σταμάταγαν για ν’ανακτήσουν δυνάμεις. Κάποιοι εγκατέλειπαν την προσπάθεια εδώ, τσακισμένοι από την κούραση. Εκεί, στη μέση της διαδρομής δεν είχα κανέναν γνωστό δίπλα μου. Ο Βαγγέλης είχε μείνει λίγο πιο πίσω. Ο Ντίνος και ο Σπύρος θα πρέπει να ήταν αρκετά πιο μπροστά. Έφερα στο μυαλό μου το καλοκαίρι, τις προπονήσεις, τις στερήσεις που έκανα γι’ αυτόν τον Αγώνα και πείσμωνα όλο και περισσότερο. Έτρεχα σταθερά, χωρίς να διακινδυνεύω. Σκεφτόμουν το Στάδιο, την δικαίωση της προσπάθειάς μου. Σκεφτόμουν όσους δεν θα ‘θελα ν’ απογοητεύσω. Σκεφτόμουν ανθρώπους που πια δεν είναι στη ζωή. Στιγμές που πέρασαν. Στιγμές που θα ‘ρθουν.
Στο τριακοστό πέμπτο χιλιόμετρο περίπου, μετά την γέφυρα του Σταυρού, σκεφτόμουν ολοένα λιγότερο και υπέφερα ολοένα περισσότερο. Τα πόδια μου είχαν αρχίσει να μουδιάζουν κι ένιωθα τα νύχια να ματώνουν και να πονάνε φριχτά. Από δω και πέρα η μάχη θα δίνονταν βήμα το βήμα. Ύστερα από αρκετή ώρα που εμένα μου φάνηκε σαν αιώνας είδα στο βάθος τον Πύργο τον Αμπελοκήπων, θολό απ’ τα δάκρυα. Όσο πλησίασα, η συγκίνηση κορυφώνονταν. Μετά το Χίλτον, η μεγάλη ευθεία που οδηγούσε στο Στάδιο. Η κούραση επιμηκύνει τις αποστάσεις απογοητευτικά. Τώρα όμως τίποτα δεν θα με σταματούσε.
Έξω απ’ το Καλλιμάρμαρο ένιωσα να βγάζω φτερά στα πόδια. Και ξαφνικά ένας πόνος στο αριστερό πόδι που δεν είχα ξανανιώσει με ακινητοποίησε. Κράμπα! Ο κόσμος άρχισε να με παροτρύνει να συνεχίσω. Έσφιξα τα δόντια και σέρνοντας το πόδι, σαν ανάπηρος που γυρίζει από την Αλβανία, συνέχισα. Ο κόσμος με επευφημούσε σαν να ήμουν ήρωας. Ήταν κάτι που δεν περιγράφεται. Έτσι, πότε κουτσαίνοντας και πότε τρέχοντας ελαφρά πέρασα την γραμμή του τερματισμού σε 4 ώρες 18 λεπτά και 18 δευτερόλεπτα. Ο Nτίνος είχε τερματίσει από ώρα (3:51). Mε περίμενε με μια μεγάλη αγκαλιά και με φίλησε με περηφάνια. Ο Σπύρος είχε τερματίσει κι αυτός (4:04). Ο Βαγγέλης τερμάτισε κι εκείνος λίγο αργότερα (4:33). Γίναμε όλοι μια αγκαλιά και γελούσαμε και κλαίγαμε μαζί. Στην κερκίδα δίπλα μας ήταν και η Κάρεν. Κι ο Θοδωρής ο Βαγενάς, ο πιο καλός κι αγαπημένος μου φίλος σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο. Αργότερα ήρθε κι ο Μάκης ο Κονιδάρης με την γυναίκα του την Γενοβέφα και τα παιδάκια του. Ένας πατέρας μόλις τερμάτισε πήρε το μωράκι του αγκαλιά και κρέμασε το μετάλλιο στο λαιμό του. Υπέροχη σκηνή. Ήταν μια γιορτή. Ήταν η αποθέωση του αγνού αθλητισμού. Ένας απ’ τους λίγους αγώνες στον κόσμο που ο τερματισμός και μόνο θεωρείται επιτυχία. Γι’ αυτό και απονέμεται σε όλους όσους τερματίζουν μετάλλιο και δίπλωμα συμμετοχής.
Γιάννης Κούρος
Πιο πέρα συναντήσαμε τον Γιάννη Κούρο, του σφίξαμε το χέρι με θαυμασμό και εκτίμηση και φωτογραφηθήκαμε μαζί του. Πρόκειται για ένα σύγχρονο αθλητικό φαινόμενο. Ο Γιάννης Κούρος είναι υπερμαραθωνοδρόμος. Έχει σπάσει κάθε ρεκόρ και έχει γραφτεί στο βιβλίο Γκίνες. Έχει διανύσει μεταξύ άλλων την απόσταση Σίδνευ- Μελβούρνη, που είναι σχεδόν 1000 χιλιόμετρα. Πρόσφατα έκανε τον Φειδιππίδειο ¶θλο. Την απόσταση δηλαδή Αθήνα-Σπάρτη-Αθήνα (470 χλμ) σε 53 ώρες και 43 λεπτά. Βέβαια αυτό δεν το πρόβαλλε η τηλεόραση, γιατί δεν είναι σκουπίδι. Και στην τηλεόραση σχεδόν μόνο τα σκουπίδια πουλάνε. Ας είναι όμως.
Ο Γιάννης Κούρος, αυτός ο σύγχρονος Φειδιππίδης, δεν γράφει την ιστορία του στο γυαλί, αλλά με χρυσά γράμματα στην αιωνιότητα.
Έκθεση Ιδεών
Απ’ το Στάδιο φύγαμε πολύ αργότερα. Κάναμε παρέα στον Ντίνο, ο οποίος έχει παράδοση να περιμένει και τον τελευταίο αθλητή που θα τερματίσει για να τον χειροκροτήσει. Εκεί θαυμάσαμε για ακόμα μία φορά το μεγαλείο της ψυχής του ανθρώπου, καθώς βλέπαμε να τερματίζουν άνθρωποι που αν τους έβλεπες στο δρόμο δεν θα πίστευες ποτέ ότι είναι ικανοί να τερματίσουν έναν Μαραθώνιο.
Ήξερα πως όταν γυρίσουμε πίσω κάποιοι θα μας ρωτούσαν σε τι θέση (!!!) τερματίσαμε. Κάποιοι άλλοι θα ρωτούσαν αν πήραμε και… χρήματα (!!!). Ίσως μερικοί να μας θεωρούσαν και «ψώνια». Εγώ είχα αποφασίσει από πριν να καταγράψω αυτήν μου την εμπειρία. Ακόμα κι αν δεν τερμάτιζα. Θεωρώ πως είναι ένα απ’ τα δυο-τρία πράγματα που άζιζε να κάνω στη ζωή μου. Έμαθα πως ακόμα κι όταν λέμε «δεν έχω άλλη αντοχή», έχουμε κι άλλη τόση κρυμμένη μέσα μας. Έμαθα πως ο καθένας μπορεί να τερματίσει στον Μαραθώνιο των δικών του στόχων, αρκεί να πιστεύει και να παλεύει ολόψυχα. Έμαθα πως «τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου (ο φόβος σου) δεν τους στήνει εμπρός σου, αν μέν’ η σκέψη σου υψηλή, αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει».
Έμαθα, γιατί στον Αγώνα ετούτο ήμουν μαθητής. Κι έτσι, σαν μαθητική έκθεση Ιδεών θα ήθελα να λογαριαστεί ετούτο το κείμενο, μιας και το αφιερώνω κι αυτό και την προσπάθειά μου σ’ ένα οκτάχρονο κοριτσάκι που θέλησα να γίνω ο ήρωάς του.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ